αβοτάνιστος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αβοτάνιστος
Προφορά: αβοτάνιστος
-
κήπος ή χωράφι απ' όπου δεν ξεριζώθηκαν τα χόρτα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης