Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιράκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιράκ’ Προφορά: τσιράκ
  1. αναδεξιμιός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Εγόρασα το τσ̌ιράχι μ’ έναν γάτ’ λώματα.
    2) Εσέβεν τσ̌ιράκ’ σ’ έναν γεμενιτσ̌ίδικον. (μαθητευόμενος κοντά σε τεχνίτη)

  2. μαθητευόμενος, βαπτιστήρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. βαφτισιμιός, αναδεκτός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τοουρκική λέξη cirak = μαθητευόμενος υπάλληλος

Παρατηρήσεις - Σχόλια