αναδεξιμιόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Εγόρασα το τσ̌ιράχι μ’ έναν γάτ’ λώματα.
2) Εσέβεν τσ̌ιράκ’ σ’ έναν γεμενιτσ̌ίδικον. (μαθητευόμενος κοντά σε τεχνίτη)
μαθητευόμενος, βαπτιστήριΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
βαφτισιμιός, αναδεκτόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από την τοουρκική λέξη cirak = μαθητευόμενος υπάλληλος