Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιπρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιπρώνω Προφορά: τσιπρώνω
  1. κάνω γκριμάτσες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Ετσίπρωσεν τα χͮείλα̤ τ’ κ’ έφτυσεν ατό κά’.

  2. δυσανασχετώ κάνω μορφασμούς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια