Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιλώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιλώ Προφορά: τσιλώ
  1. έχω ευκοιλιότητα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Το ζω’ν ετσίλεσεν κ’ επεβρωτίεν.

  2. αφοδεύω υγρά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. έχω κόψιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα τιλάω = αποπατώ λεπτή και μυξώδη κοπριά

    Παθητική Φωνή:
    τσιλεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια