Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγλύτε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εγλύτε Προφορά: εγλύτε
  1. ξύλινη ράβδος με δύο δίχαλα, εξάρτημα του αργαλειού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια