Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

τσιγκίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιγκίν Προφορά: τσιγκίν
  1. μίσχος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια