Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δοντολάβ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δοντολάβ Προφορά: δοντολάβ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    λαβή εξαγωγής των δοντιών

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    όργανο εξαγωγής δοντιών

Παρατηρήσεις - Σχόλια