Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δοθή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δοθή Προφορά: δοθή
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η διεύθυνση του παραλήπτη στον φάκελο

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    επιγραφή που γράφεται σε φάκελο επιστολής

    από τον αόριστο εδόθην του δίδομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια