Ερμηνεία-Παραδείγματα: αυτός που έχει δυο κόψεις 1) δίστομον μαχαίρ
Ερμηνεία: αυτός που έχει δύο κόψεις
Ερμηνεία: με δύο στόματα
Παράδειγμα: Δίστομον το μαχͮαίρι σου άμα έν’ ζ̌α̤γκωμένον.
Αρσενικό: Ενικός: δίστομος Πληθυντικός: δίστομοι
Θηλυκό: Ενικός: δίστομος Πληθυντικός: δίστομοι
Ουδέτερο: Ενικός: δίστομον Πληθυντικός: δίστομα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.