Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίστομος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίστομος Προφορά: δίστομος
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία-Παραδείγματα:
    αυτός που έχει δυο κόψεις
    1) δίστομον μαχαίρ

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    αυτός που έχει δύο κόψεις

  3. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    με δύο στόματα

    Παράδειγμα:
    Δίστομον το μαχͮαίρι σου άμα έν’ ζ̌α̤γκωμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια