Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίπλαμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δίπλαμαν Προφορά: δίπλαμαν
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία-Παραδείγματα:
    το να κάνει κάποιος κάτι δύο φορές διπλό
    1) οσήμερον θα πάμε σο δίπλαμαν του καπνού

Παρατηρήσεις - Σχόλια