Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θρυμμούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θρυμμούλ' Προφορά: θρυμούλ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    τα ψίχουλα του ψωμιού

  2. ψίχουλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    μικρό κομματάκι

    θρυμμούλ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια