Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολατίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κολατίζω Προφορά: κολατίζω
  1. τιμωρώ, αμαρτάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Να κολατίει σέν ο Θεόν! (βάλλω στην κόλαση)
    2) Πασ̌κί κλαίω ντ' επέθανεν, κλαίω ντ' εκολατίεν. (κάμνω τον άλλο να πάει στην κόλαση, να αμαρτήσει)

  2. τιμωρώ, βασανίζω, αμαρτάνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Εκολατία κ’ εχάθα.

  3. κολάζω, τιμωρώ κάνω κάποιον να αμαρτήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κολατίουμαι = πάω στην κόλαση, αμαρταίνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια