Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κολάν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κολάν'
Προφορά: κολάν
ζωστήρας
ιμάντας που συγκρατεί το σαμάρι στην πλάτη του ζώου, περνώντας κάτω από την κοιλιά του
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια