κολάι (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κολάι
Προφορά: κολάι
-
εύκολο, απλό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) ευκολία (ως ουσιαστικό) 2) εύκολος (ως επίθετο)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης