κοκκινόκολος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινόκολος
Προφορά: κοκκινόκολος
-
αυτός που η βάση του είναι βαμμένη κόκκινη
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ο βαμμένος στην βάση κόκκινος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης