Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοκκινάπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοκκινάπ' Προφορά: κοκκινάπ
  1. ποικιλία απιδιού κοκκινωπού χρώματος με σκληρή φλούδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

  2. κοκκινωπό αχλάδι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αχλάδι κοκκινωπό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά κόκκινος + άπιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια