κοιλόρφανος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κοιλόρφανος
Προφορά: κοιλόρφανος
-
που έγινε ορφανός, ενώ ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο ορφανός από την κοιλιά, που έχασε τον πατέρα του πριν γεννηθεί
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης