Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλιαπή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αλιαπή , 2. αλα̤πή Προφορά: αλιαπή
  1. πήχη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Είδα ζώσκου μ' έναν ζωνάρ' δεκαπέντ' αλα̤πία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια