Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

διαβάτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δα̤βάτες Προφορά: δεαβάτες
  1. περαστικός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια