Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

διάβα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δά̤βα Προφορά: δεάβα
  1. πορεία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. διάβαση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εκλείδωσαν γην κι ουρανόν κι έναν διάβαν εφήκανε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια