Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βοτρύδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βοτρύδ' Προφορά: βοτρύδ
  1. τσαμπί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. το τσαμπί των σταφυλιών Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    υποκοριστικό του αρχαίου βότρυς
    < Εν δέ τίθει σταφυλήσι μέγα βρίθουσαν αλωήν καλήν χρυσίην, μέλανες δ' ανά βότρυες ήσαν - έβαζε επάνω αμπέλι μεγάλο, γεμάτο σταφύλια, όμορφο μαλαματένιο, με μαύρα τσαμπιά - Ιλιάδος Σ 562>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το βοτρύδ
    γενική τοι βοτρυδί'΄
    αιτιατική το βοτρύδ'

    Παράδειγμα:
    « Δέβα αγόρασον ημ'σόν οκάν σταφύλεα, α σά μαύρα τα βοτρύδεα»

Παρατηρήσεις - Σχόλια