Προέλευση:
υποκοριστικό του αρχαίου βότρυς
< Εν δέ τίθει σταφυλήσι μέγα βρίθουσαν αλωήν καλήν χρυσίην, μέλανες δ' ανά βότρυες ήσαν - έβαζε επάνω αμπέλι μεγάλο, γεμάτο σταφύλια, όμορφο μαλαματένιο, με μαύρα τσαμπιά - Ιλιάδος Σ 562>
Πτώσεις:
ονομαστική το βοτρύδ
γενική τοι βοτρυδί'΄
αιτιατική το βοτρύδ'
Παράδειγμα:
« Δέβα αγόρασον ημ'σόν οκάν σταφύλεα, α σά μαύρα τα βοτρύδεα»