Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσέπλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌έπλ’ , 2. τσέπλ’ Προφορά: τσέπλ
  1. εξώφλοιο, φλούδα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. τσόφλι, κέλυφος 1) φλούδα δέντρου (Ιδίωμα: Χαλδίας) 2) το περικάρπιον των σκληρών καρπών, καρυδιάς, λεπτοκαριάς, κλπ. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τ’ ωβού το τσέπλ’.
    2) Τη κοχλιδί’ το τσεπλ’.
    3) Ο σ̌κύλον έφαεν τη φωλέας τ’ ωβά με τα τσέπλια τουν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια