τσεγκέλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌εγκέλ’
Προφορά: τσεγκέλ
-
άγκιστρο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
άγκιστρο
βέργα που υποστηρίζει αναρριχητικά φυτά όπως η φασολιά, κρίκος στον οποίο προσδένεται κάποιος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης