δάξιμον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: δάξιμον
Προφορά: δάξιμον
-
δάγκωμα, δαγκωματιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
δάγκωμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
δάγκωμα
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη