Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δάκω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δάκω Προφορά: δάκω
  1. δαγκώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    δαγκώνω

  3. δαγκάνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα δάκνω
    < οι δ' ήτοι δακέει μεν απετροπώντο λεόντων , ιστάμενοι δ'ε μάλιστ' εγγύς - εκείνα δέ- τα σκυλιά- δεν είχαν το θάρρος να δαγκάσουν τα λιοντάρια και στέκονταν κοντά...- Ιλιάδος Σ 585>
    < ... ουδένα πόπωτ' υμών έχις έδακε- ίσως κανέναν σας δεν δάγκωσε οχιά- Δημοσθένης>

    Χρόνοι:
    παρατατικός έδακνα/ εδάκνα
    μέλλοντας θα δάκω-σε, ατόν, ατέν, ατοίντ'ς
    αόριστος έδαξα

    Προστακτική:
    δάξον!

    Παράδειγμα:
    « Έδαξεν ατον ο σκύλον κι επρέστεν» ( τόνε δάγκασε σκυλί και πρήστηκε)

  4. δαγκώνω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια