Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αληγορτά [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αληγορτά , 2. αληγορ Προφορά: αληγορτά
  1. γρήγορα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Υψηλάντη

    Παράδειγμα:
    Ξένον άλογον που καβαλκεύ' αληγορτά κατηβαίν'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια