Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γριζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γριζεύω Προφορά: γριζεύω
  1. εκχερσώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    ανασκάπτω με σκαπάνη (γκριζομάκελλον)

  2. εκχερσώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον ερμηνείες- Παραδείγματα
    ανασκάπτω με σκαπάνη (γριζομάκελλον)

  3. εκριζώνω, αφανίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    εκχερσώνω έδαφος αφαιρώντας πέτρες, θάμνους για να γίνει κατάλληλο για σπορά

  4. εκχερσώνω το χέρσο χωράφι Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια