Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ορνιθοφώλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορνιθοφώλ' Προφορά: οριθοφώλ
  1. το μέρος όπου γεννά η κότα, το αυγό που μένει στην φωλιά για να προσελκύσει την κότα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια