Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοτζάκαρη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοτζ̌άκαρη Προφορά: κοτζάκαρη
  1. ηλικιωμένη γυναίκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Εξήντα χρονών κοτζ̌άκαρη λέει άσ̌κεμα λόγια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια