Γραφή στην Ποντιακή: αβανακωτόςΠροφορά: αβανακωτός
λίγο ανόητοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη avanak
Παράδειγμα:
Αν 'κ' έτον αβανακωτός, καλός παιδάς θα έτον.
μωρός, άμυαλοςΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό
Ενικός: ο αβανακωτός - τη αβανακωτού - τον αβανακωτόν - ε/νε αβανακωτέ
Πληθυντικός: οι αβανακωτοί - τη αβανακωτίων - τοι αβανακωτούς - ε/νε αβανακωτοί
Θηλυκό
Ενικός: η αβανακωτός/αβανακωτέσα - τη αβανακωτέσας - τον αβανακωτόν/αβανακωτέσα - ε/νε αβανακωτέσα
Πληθυντικός: (ομοίως με το αρσενικό) οι αβανακωτοί - τη αβανακωτίων - τοι αβανακωτούς - ε/νε αβανακωτοί
Ουδέτερο:
Ενικός: το αβανακωτόν - τη αβανακωτού - το αβανακωτόν - ε/νε αβανακωτόν
Πληθυντικός: τα αβανακωτά - τη αβανακωτίων - τα αβανακωτά - ε/νε αβανακωτά
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.