Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ηλιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ηλιάζω , 2. ηλά̤ζω Προφορά: 1. ηλιάζω , 2. ηλεάζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    απλώνω κάτι στον ήλιο

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    βάζω κάτι στον ήλιο για στέγνωμα ή ξέραμα

    Σημείωση:
    (παθητική) ηλιάσκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια