Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζουκακεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ζουκακεύω Προφορά: ζουκακεύω
  1. δυστροπώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    αποφεύγω να εκτελέσω μία διαταγή

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: δυστροπώ στο να εκτελέσω κάποιο έργο

Παρατηρήσεις - Σχόλια