Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ζοπούτ' (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζοπούτ Προφορά: ζοπούτ
  1. πείσμα, γινάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. θράσος, αυθάδεια, τσαμπουκάς, ζοριλίκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία: απότομη συμπεριφορά

Παρατηρήσεις - Σχόλια