Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εχτιπαρλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εχτιπαρλής Προφορά: εχτιπαρλής
  1. αυτός που έχει κοινωνική υπόληψη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια