Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kullanmak
Παράδειγμα: Τ’ εμόν το χαλκόν γουλανεύκεται σο πλύσιμον.
Παράγωγο: γουλάνεμαν
Ενεστώτας: γουλανεύκουμαι Παρατατικός: εγουλανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα γουλανεύκουμαι Αόριστος: εγουλανεύτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.