εσήνεγκα (αόριστος του ρήματος εσφέρω)
Πρώτος ενικός αορίστου του βάλλω
Προέλευση:
από τον ιωνικό αόριστο του ρήματος εισφέρω, εισήνεικα που διεσώθη παρεφθαρμένον εις εσέγκα
<αυτίκα μέν εσηνείκατο τα εκ των αγρών εις το τείχος- αμέσως βάλανε τη σοδειά μέσα- Ηροδότου Μούσαι>
<... και εσενεγκάμενος σίτον τε και όσα πλείστα εδύναντο χρήσιμα- και στιβάζοντας στάρι και όσα άλλα μπορούσαν χρήσιμα πράγματα... Θουκυδίδη 5,115>
<.. και μιν έπειτα Κόων δ' ευναιομένην απένεικας- κι έπειτα στην Κω τον έφερες και τον πέταξες, στην πολυκατοικημένη- Ιλιάδος Ξ 225>
Σχόλια:
1) ενώ το ρήμα φέρω κλίνεται ομαλά: παρ. εφέρ'να, μέλ, θα φέρω, αόρ. έφερα και έγκα, περίπου όπως ο αόριστος α' ήνεγκα, ήνεγκας, ήνεγκε
2) το ιωνικό ήνεικα είναι ταυτόσημο στον αόριστο του: ήνεικε και ήνεγκε. Το ήνεικε λοιπόν αυτό, είναι το ποντιακό έγκεν:ήν'(ει)κε
Χρόνοι:
παρατατικός εβάλ'να
μέλλοντας θα βάλλω
αόριστος εσέγκα
Παράδειγμα:
Έγκα και εσέγκα τα βούδεα σ'ο μαντρίν.