Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εξωχώραφον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εξωχώραφον Προφορά: εξωχώραφον
  1. χωράφι που είναι μακριά, το μη ποτιστικό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. χωράφι που βρίσκεται μακρυά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια