εξωχώραφον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εξωχώραφον
Προφορά: εξωχώραφον
-
χωράφι που είναι μακριά, το μη ποτιστικό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
χωράφι που βρίσκεται μακρυά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης