εξαπέσια (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εξαπέσ̌α̤
Προφορά: εξαπέσεα
-
λόγια ανόητα, ασυνάρτητα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ανοησίες
λόγια ασυνάρτητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης