Ερμηνεία: με ουρά
Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Τα γουϊρουχλία τα πρόβατα ’κ’ έχ’νε καλόν κρέας.
Αρσενικό: Ενικός: γουϊρουχλής Πληθυντικός: γουϊρουχλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γουϊρουχλήσα Πληθυντικός: γουϊρουχλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γουϊρουχλίν Πληθυντικός: γουϊρουχλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός. εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.