Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πενλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πενλίν Προφορά: πενλίν
  1. φανερό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια