Προέλευση:
από τον αόριστο του ρήματος κρούω
Προέλευση:
από το αττικό ρήμα κρούω
Σχόλια:
Ενεστώτας: κρούω
Παρατατικός: εκρούνα
Μέλλοντας: θα κρούω
Αόριστος: εντώκα, ανώμαλα σχηματισμένος από το ενδίδω- ενέδωκα
Προστακτική: ντος!
Παραδείγματα:
Μην κρού'ς δυνατά την πόρταν.
Καθ΄ κα καλ'α γιατί θα κρούω σε.
Αναφορά:
Ρυτήρι κρούων γλουτόν...(Σοφοκλέους Αποσπάσματα 501)