Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμπροστάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εμπροστάλ' Προφορά: εμπροστάλ
  1. μεγάλη γυναικεία ποδιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Βλ. λήμμα εμπροστάλιν

  2. το στηθόπανο γυναίκας ή παιδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά εμπροστά + σταλίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια