εμπονέστια (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εμπονέστα̤
Προφορά: εμπονέστεα
-
παραμονή νηστείας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) η αρχή της νηστείας
2) η νηστεία γενικά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης