-
κομμάτι υφάσματος, με το οποίο μπαλώνει κανείς κάτι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κομμάτι υφάσματος που χρησιμοποιείται για μπάλωμα κατεστραμμένου υφάσματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
κουρέλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)