Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ελάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ελάδ' Προφορά: ελάδ
  1. το λάδι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λάδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    ελάδ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια