Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εκατακλάδεψα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εκατακλάδεψα Προφορά: εκατακλάδεψα
  1. έκοψα τα κλαδιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Προέλευση:
    από τον αόριστο του ρήματος κατακλαδεύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια