Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παιγνιτόρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παιγνιτόρ' Προφορά: παιγνιτόρ
  1. παιχνίδι μουσικό όργανο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα :
    1) Ηύρα τη χͮ ερί’ μ’ τα μήλα και τη νύχτας παιγνιτόρα̤.
    2) Είχεν σεράντα φλάμπουρα, πενήντα παιγνιτόρα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια