Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ειδοσίδα (η) []

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ιδοσίδα , 2. ιδοσίδα̤ Προφορά: 1. ιδοσίδα , 2. ιδοσίδεα
  1. μορφή, πρόσωπο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    βλέπε δοσίδα

  2. μορφή, πρόσωπο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αρχαία είδος

Παρατηρήσεις - Σχόλια