Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έθος (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: έθος
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η συνήθεια, το έθιμο

  2. έθιμο, συνήθειο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό έθος, με αυτήν την έννοια
    < χρονισθείς δ' απέδειξεν έθος- Αισχύλου Αγαμέμνων 728>

    Πτώσεις:
    ονομαστική το έθος
    γενική τοι έθιτη
    αιτιατική το έθος

    Παράδειγμα:
    « άσχεμον έθος εχτέθες» ( απόκτησες άσχημη συνήθεια)

  3. έθιμο, συνήθεια Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

    Πληθυντικός αριθμός:
    τα έθητα

Παρατηρήσεις - Σχόλια