Προέλευση: από το αρχαίο ψωλή, ανδρικό μόριο σε στύση, θηλυκό του επιθέτου ψωλός = με γυμνή βάλανο
Παράδειγμα: Εφτάει την ψωλήν ατ’ αγγούρ’. (ζητά παράλογα, εκβιάζει)
Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ψωλή
Ενικός: η ψωλή Πληθυντικός: τα ψωλία