Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ψωλή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ψωλή Προφορά: ψωλή
  1. πέος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ψωλή, ανδρικό μόριο σε στύση, θηλυκό του επιθέτου ψωλός = με γυμνή βάλανο

    Παράδειγμα:
    Εφτάει την ψωλήν ατ’ αγγούρ’. (ζητά παράλογα, εκβιάζει)

  2. το πέος το ανδρικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ψωλή

Παρατηρήσεις - Σχόλια